ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΝΕΚΡΩΣΙΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας,

Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου

ΝΕΚΡΩΣΗ & ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δέν θά ἀστοχοῦσε κανείς ἂν περιέγραφε τήν μοναχική ζωή ὡς τήν ζωή τῆς ὂντως ἀναστάσεως. Ὁ μοναχός εἶναι αὐτός πού περισσότερο ἀπό τόν ὁποιοδήποτε ἂνθρωπο βιώνει τήν σταυρώσιμη πορεία τοῦ Χριστοῦ, ζεῖ κάθε ὣρα καί στιγμή τόν πνευματικό πόλεμο που ἐγείρει στήν ἀνθρώπινη ὓπαρξη, καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, ὁ μισόκαλος διάβολος, ἀλλά καί τόν Γολγοθᾶ τῆς νεκρώσεως τῶν παθῶν. Τήν ἲδια στιγμή ὁ μοναχός ζεῖ, μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πνευματική πορεία, τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη, τήν χάρη τῆς Ἀνάστασης, τήν γεύση τῆς ἂλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου.

Θά ἐπιχειρήσουμε, μέ τή βοήθεια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος, νά ἐξετάσουμε τά σημεῖα αὐτῆς τῆς πνευματικῆς πορείας, ἀλλά καί σέ τί συνίσταται τελικά αὐτή ἡ νέκρωση, πού δέν παύει νά εἶναι ζωοποιός.

Α. Η ΑΠΟΤΑΓΗ ΩΣ ΝΕΚΡΩΣΗ

Στήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος διαβάζουμε: "Οἱ θέλοντες ἒρχεσθαι, φησίν, ὀπίσω μου, προθύμως ἀρνήσασθε, τάς κοσμικάς ἀφορμάς, γονεῖς τούς γεννήσαντας, τέκνα τε καί γυναῖκας, ἀδελφούς τε καί φίλους, χρήματα καί οἰκίας, συγγενεῖς τε καί δούλους, καί δέξασθε ἀξίωμα τῶν Ἀποστόλων μου" (Κάθισμα τοῦ Κανόνα)

Ἡ μοναχική ζωή ἒχει ὡς προϋπόθεσή της τήν ἀποταγή τοῦ κόσμου, τήν ξενιτεία ἀπό κάθε συγγένεια, τήν ἀπάρνηση τῶν δεσμῶν, ὂχι ἀπό μίσος πρός τούς συγγενεῖς καί φίλους ἢ πρός ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη σχέση, ἀλλά ἐξαιτίας μιᾶς βαθύτερης ἐπιθυμίας ὑπέρβασης τῆς πεπερασμένης ἀγάπης πρός τόν κόσμο, ἀπό ἓναν ὁλόθυμο ἒρωτα πρός τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού πληρώνει ὁλοκληρωτκά τήν καρδιά καί τήν ὓπαρξη τοῦ μοναχοῦ, ὣστε νά τόν κάμει νά μοιάζει μ' ἐκεῖνον τόν ἒμπορο πού πωλεῖ τά πάντα γιά νά βρεῖ τόν πολύτιμο μαργαρίτη.

Ἡ μοναχική ζωή ἂλλωστε δέν στηρίζεται στό μῖσος πρός τόν κόσμο γιά τόν πρόσθετο λόγο ὃτι ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ ἂνθρωποι εἶναι κι αὐτοί εἰκόνες Θεοῦ. Ἑπομένως, δέν θά μποροῦσε ὁ μοναχός νά ξεκινᾶ ἀπό μῖσος γιά τήν κτίση, ἐφόσον ἀγαπᾶ τό Χριστό, ἐφόσον ὁ πόθος του εἶναι νά ἀγαπήσει τόν Δημιουργό. Ὃπως στήν κατά κόσμον ζωή, αὐτός πού ἀγαπᾶ κάποιον, ἀγαπᾶ ὃ,τι αὐτός ἒχει δημιουργήσει, ἒτσι καί στήν μοναχική ζωή, αὐτός πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό, ἀγαπᾶ ταυυτόχρονα καί ὁ,τιδήποτε ὁ Χριστός δημιουργεῖ.

Ἡ ἀποταγή ταυτόχρονα ἒχει καί μιά ἂλλη διάσταση. Εἶναι ἡ ἐφαρμογή τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, πού διαβάζουμε στό Εὐαγγέλιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Σχήματος, "ὁ φιλῶν πατέρα, ἢ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἒστι μου ἂξιος" (Ματθ. 10,37). Τήν ἲδια στιγμή δέν παύει αὐτή ἡ ἀποταγή νά ἀποτελεῖ ἀπάντηση στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τό πρόσωπο τοῦ μοναχοῦ, ἀλλά καί ἒκφραση τῆς δικαοῦς ἐπιθυμίας τοῦ μοναχοῦ νά μήν χωριστεῖ ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη, κατά τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Τίς ἡμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμός ἢ λιμός ἢ γυμνότητς ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; καθώς γέγραπται ὃτι ἓνεκά σου θανατούμεθα ὃλην τήν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. ἀλλ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπησαντος ἡμᾶς..." (Ρωμ., 8, 35-37).

Ὁ μοναχός ξεκινᾶ νά ἀγαπᾶ τό Χριστό καί ἀπομακρύνεται ἀπό κάθε δεσμό πού τόν κρατᾶ δεμένο μέ τά γήινα, μέ τίς ἀνάγκες τῆς συγγενείας, τίς κοσμικές ἀφορμές, τήν περιουσία, ἀκόμα καί ἀπό καθετί πού τόν κρατᾶ δεμένο καί μέ τήν ἲδια τήν βιολογική του ὑπόσταση, καθώς ἀρνεῖται καί τήν ἐπιβίωση.

Στόν μοναχό δέν ἀνήκει τίποτε. Αὐτό ὑποδηλώνει ἡ φράση τοῦ τροπαρίου "προθύμως ἀρνήσασθε". Φεύγει ἀπό ὁ,τιδήποτε τόν κρατᾶ δεμένο μέ τόν κόσμο, χωρίς νά μισεῖ τόν κόσμο. Δέν μπορεῖ ὃμως νά βάλει ὃ,τι οἱ ἂλλοι ἂνθρωποι θεωροῦν ὃτι ἒχουν ὡς δικαίωμά τους (οἰκογένεια, περιουσία, κοινωνικές σχέσεις) πάνω ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός δέν δικαιοῦται τίποτε, οὒτε κἂν τοῦ ἰδίου θελήματος, οὒτε κἂν τῆς ἲδιας τῆς ζωῆς του. Σκοπός του εἶναι νά ἀγωνισθεῖ νά πλημμυρίσει ὃλη του τήν ὓπάρξη ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά βιώσει καί πάλι τόν Παύλειο λόγο "ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός" (Γαλ. 2, 20).

Χρησιμοποιοῦμε τά λόγια τοῦ Παύλου, γιά νά σταθοῦμε καί σέ μιά ἂλλη φράση τοῦ τροπαρίου: "δέξασθε ἀξίωμα τῶν Ἀποστόλων μου". Αὐτό σημαίνει ὃτι ἡ πορεία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάνω ἀπ' ὃλα ἀποστολική. Ὁ μοναχός εἶναι ἓνας ἀπεσταλμένος τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, ὂχι τόσο νά κηρύξει διά τοῦ λόγου του αὐτή τή ζωή, ἀλλά γιά νά γίνει λύχνος τοῦ κόσμου καί τῶν κοσμικῶν μέ τήν προσευχή του γιά τόν κόσμο, ἀλλά καί μέ τήν κοινωνία του μέ τόν Χριστό.

Ὁ μοναχός κακοπαθεῖ γιά τό Χριστό. Πεινᾶ, διψᾶ, γυμνητεύει, ὡς περικάθαρμα τοῦ κόσμου γίνεται, ἀκριβῶς ὃπως τό ἑφετόν του. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ μοναχός ζεῖ τήν Παύλειο ζωή. "Ἂχρι τῆς ἂρτι ὣρας καί πεινῶμεν καί διψῶμεν καί γυμνητεύομεν καί κολαφιζόμεθα καί ἀστατοῦμεν καί κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδιίας χερσίν...ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἓως ἂρτι" (Α'Κορ., 4, 11-13). Ὃπως ὁ Παῦλος ἒμεινε ἂγαμος, ἀκριβῶς διότι ποθοῦσε τήν θεία ἀγάπη, ἒτσι καί ὁ μοναχός ἀποτάσσεται τῶν κοσμικῶν φροντίδων, τοῦ νά ἀρέσει στούς ἀνθρώπους, τοῦ νά ἐντάσσει τή ζωή του στό κατά φύσιν διά τοῦ γάμου, καί βιώνει τό "ὑπέρ τήν φύσιν", τήν κοινωνία μέ τό Θεό.

Β. Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΝΕΚΡΩΣΗ

Ἡ πορεία τοῦ μοναχοῦ εἶναι μία ἑκούσια ζωοποιός νέκρωσις. Κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ σχήματος, ἡ προειδοποίηση τοῦ ἡγουμένου στόν δεχόμενο τόν ἀρραβῶνα τοῦ οὐρανοῦ, εἶναι σαφής: "Εἰ οὖν ἀληθῶς ἀκολουθεῖν αὐτῷ ᾑρετίσω, καί εἰ ἀψευδῶς κληθῆναι αὐτοῦ μαθητής ἐπιποθεῖς, ἑτοιμάσθητι ἀπό τοῦ παρόντος, μή πρός ἂνεσιν, μή πρός ἀμεριμνίαν, μή πρός τρυφάς, μή πρός ἂλλο τι τῶν ἐπί γῆς τερπνῶν τε καί ἀπολαυστικῶν· ἀλλά πρός ἀγῶνας πνευματικούς, πρός ἐγκράτειαν σαρκός, πρός κάθαρσιν ψυχῆς, πρός πτωχείαν εὐτελῆ, πρός πένθος ἀγαθόν, πρός πάντα τά λυπηρά καί ἐπίπονα τῆς χαροποιοῦ κατά Θεόν ζωῆς· καί γάρ πεινάσαι ἒχεις, καί διψῆσαι, καί γυμνητεῦσαι, ὑβρισθῆναί τε καί χλευασθῆναι, ὀνειδισθῆναί τε καί διωχθῆναι, καί πολλοῖς ἂλλοις περιαχθῆναι λυπηροῖς, οἷς ἡ κατά Θεόν ζωή χαρακτηρίζεται".

Γιά νά μπορέσει ὁ μοναχός νά ἀκολουθήσει τήν ἀποστολική πορεία, πρέπει νά συνειδητοποιήσει ὃτι ἡ ζωή του δέν μπορεῖ νά χαρακτηρίζεται ἀπό ἂνεση, ἀπό πνευματική ἀδιαφορία, ἀπό τρυφή καί ἀπόλαυση. Ὁ μοναχός χρειάζεται νά πορευθεῖ τό δρόμο τῆς νέκρωσης τῶν παθῶν. Οἱ αἰσθήσεις του καλοῦνται νά γίνουν αἰσθήσεις Χριστοῦ, ἡ καρδιά του πρέπει νά εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τίς ρίζες τῆς ἁμαρτίας, ὁλόκληρη ἡ ψυχοσωματική του ὓπαρξη χρειάζεται νά πορευθεῖ τόν δρόμο τῆς πλήρους καθάρσεως.

Κι αὐτός ὁ δρόμος δέν εἶναι καθόλου εὒκολος. Ὃπως καί πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει "βλέπω ἓτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου" (Ρωμ. 7, 23). Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ διάβολος, ὁ κόσμος, ἀλλά κυρίως ὁ ἑαυτός τοῦ καθενός μοναχοῦ δίδουν ἀφορμές γιά ποικίλους πειρασμούς, ὣστε ἡ ζωή του νά μήν εἶναι καθόλου εὒκολη.

Κι ὂχι μόνο αὐτό. Ὁ ἲδιος ὁ τρόπος διαβίωσης μέσα σ' ἓνα κοινόβιο, πολλές φορές δίδει τόν πειρασμό τῆς τρυφῆς καί τῆς ἀπόλαυσης, ἰδίως κατά τίς μέρες μας. Τόσο ἡ γαστριμαργία, ὃσο καί ἡ ἒλλειψη συνεχοῦς ἀσκητικότητας, συνδυαζόμενη μέ τήν οἲηση καί τήν ὑπερηφάνεια πού ἡ ἲδια ἡ αἲσθηση τῆς ὑπεροχῆς ἒναντι τοῦ κόσμου προκαλεῖ, ἐάν τά πνευματικά αἰσθητήρια δέν εἶναι ἐπαρκῶς ἀναπτυγμένα, ἀλλά καί ἡ συμβίωση μέ τούς ἀδελφούς, ἡ ὁποία εἶναι ἓνα ἰδιαίτερα δύσκολο γεγονός, ἀποτελοῦν γιά τόν μοναχό περαιτέρω δυσκολίες στό νά ἀνταποκριθεῖ στίς ὑποσχέσεις καί τίς προειδοποιήσεις πού ἡ ἀκολουθία τοῦ σχήματος προϋποθέτει.

Χρειάζεται συνειδητή πνευματική ζωή, ἀπόφαση γιά ὁλοκληρωτική ὑποταγή στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, πορεία ἀγάπης πρός τήν ἀδελφότητα, συναίσθηση ὃτι ὁ καθένας εἶναι κατώτερος ἀπό ὃλους τούς ἂλλους ἓνεκα τῆς ἁμαρτίας, καί ἑπομένως πολλή ταπείνωση, γιά νά μπορέσει ὁ μοναχός νά βιώσει αὐτήν τήν ζωή τῆς νεκρώσεως.

Ἂν καί γιά τούς πιστούς πού ζοῦν ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρχει αὐτή ἡ διαρκής πάλη, ὂχι πρός τήν σάρκα καί τό αἷμα, ἀλλά πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ κόσμου τούτου, "πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν οὐρανίοις" (Ἐφεσ. 6, 12) τότε στήν μοναχική ζωή ἡ πάλη αὐτή παίρνει διαστάσεις ἐγχειρήματος ἀγῶνα γιά τή ζωή, καί τήν πρόσκαιρη καί τήν αἰώνια.

Τοῦτο σημαίνει ὃτι ὁ μοναχός ὀφείλει νά ἐπισημαίνει τίς προσβολές τοῦ νοῦ του ἀπό τούς λογισμούς, νά διακρίνει τήν ἐμπάθεια, νά συνειδητοποιεῖ ὃτι χρειάζεται πολύν ἀγῶνα καί προσπάθεια νά μήν ἀφήσει οἱοδήποτε πάθος νά τόν κυριεύσει, νά πολεμήσει πνευματικά γιά νά μπορέσει νά ζήσει τήν κατά Χριστόν ζωή. Κι ὂχι μόνο αὐτό, νά μπορεῖ νά εἶναι καταδεκτικός, ἀνεκτικός καί συγχωρητικός ἒναντι τῶν ἀδελφῶν του καί νά ἀντιμετωπίζει τούς ποικίλους πειρασμούς πού ἡ κοινοβιακή ζωή φέρει, μέ καρτερία καί ταπείνωση.

Ἂρα, γιά νά ἐπέλθει ἡ νέκρωση, χρειάζεται πνευματικός κόπος. Δέν εἶναι ἡ μοναχική ζωή ἀπαλλαγή ἐκ τῶν εὐθυνῶν. Δέν εἶναι ἡ μοναχική ζωή ἡ τέλεση ἁπλῶς κάποιων διακονημάτων. Δέν εἶναι ἡ μοναχική ζωή ἀφορμή δόξης καί τιμῆς, οὒτε παράδοσης σέ μικρές ἢ μεγαλύτερες ἡδονές. Νέκρωση σημαίνει προσπάθεια γιά τήν ἐγκατάλειψη καί τοῦ λογισμοῦ τῆς τρυφῆς ἀκόμη, ὂχι μόνο τῆς ἀναζήτησης τῆς ἡδονῆς στήν πράξη.

Τό ἲδιο ἀπόσπασμα προτρέπει τόν λαμβάνοντα τό μεγάλο καί ἀγγελικό σχῆμα νά ἑτοιμαστεῖ πλέον καί γιά τόν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς. Δέν ἀρκεῖ ἡ ἀποταγή τῆς κακίας καί τῶν ἀπολαύσεων. Χρειάζεται ὁ πνευματικός ἀγωνιστής νά εἶναι ἓτοιμος νά ἑλκύσει τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά βιώσει στή ζωή του τήν ἀρετή. Καί τοῦτο διότι δέν θά ἦταν δυνατόν νά κατακτήσει ἀπό μόνος του αὐτή τήν ἀρετή, οὒτε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν κακία. Ἂν αὐτό ἦταν κατορθωτό, θά ἢμασταν ἀπό μόνοι μας θεοί. Δωρεάν εἶναι ἡ σωτηρία καί δωρεάν ἡ χάρη πού μᾶς δίδεται ὣστε νά φτάσουμε στήν ἀρετή.

Αὐτό δέν σημαίνει βέβαια ὃτι ὁ Θεός ἐπενεργεῖ χωρίς νά ὑπάρχει καί ἡ δική μας καλή προαίρεση. Ἀλλά ὃταν ἐμεῖς εἲμαστε ἓτοιμοι νά ἀγωνιστοῦμε, ζητοῦμε τή χάρη Του καί τό ἒλεός Του, τότε Ἐκεῖνος καί συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες μας, ἀλλά καί ταυτόχρονα μᾶς προσφέρει τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὣστε νά ζοῦμε ἐν ἀρετῇ. Ἰσχύει ἐδῶ ἡ φράση τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Θεολόγου στίς εὐχές τῆς Θείας Μεταλήψεως: "Ἲδε τήν ταπείνωσίν μου, ἲδε καί τόν κόπον ὃσος! καί τάς ἁμαρτίας πάσας ἂφες μοι, Θεέ τῶν ὃλων..."

Ὁ μοναχός λοιπόν ὀφείλει νά εἶναι ἓτοιμος γιά πνευματικούς ἀγῶνες, γιά τήν ἐγκράτεια τῆς σάρκας, γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς, γιά τήν πτωχεία πού ἐξουθενώνει τό ἐγωιστικό φρόνημα, γιά τό πένθος τό ὁποῖο εἶναι ἀγαθό, καθώς ὁδηγεῖ στό Θεό, γιά ὃλα ἐκεῖνα τά ἰδιαίτερα λυπηρά, ἀλλά καί ἐπίπονα πού χαρακτηρίζουν τήν χαροποιό κατά Θεόν ζωή.

Ἡ νέκρωση λοιπόν τοῦ μοναχοῦ δέν εἶναι λυπηρή μόνον. Ἒχει καί ζωοποιό χαρακτήρα. Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ μοναχός, ὂντας ἒτοιμος γιά τήν ἂσκηση, τήν πνευματική ἀλλά καί σωματική κακοπάθεια, τό πένθος γιά τίς ἁμαρτίες καί τήν μνήμη τοῦ θανάτου, ταυτόχρονα βιώνει καί τόν χαροποιό χαρακτήρα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα. Ἡ ἂσκηση, ἐπειδή ἀποβλέπει στήν κοινωνία μέ τό Θεό, δημιουργεῖ στήν ψυχή καί τό πνεῦμα τοῦ ἀσκητῆ ἐκείνη τήν πνευματική γλυκύτητα καί χαρά, ἀπό τή σύνδεση μέ τό ἑφετόν πρόσωπο. Δέν εἶναι δυνατόν ἡ μοναχική ζωή νά εἶναι γεμάτη μόνο ἀπό θλίψη, ἀλλά ὃταν κανείς ἀποκόπτεται ἐκ τοῦ ἰδίου θελήματος καί ἀφήνει τήν καρδιά του νά πλημμυρίσει ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε βιώνει καί τήν χαρά τῆς αἰωνιότητας, τήν ἐλπίδα τῆς πνευματικῆς προκοπῆς καί ἀπολαμβάνει τόν καρπό τοῦ Πνεύματος.

Ἐκεῖ φτάνει ἡ μοναχική ζωή καθώς ἀκολουθεῖ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ, τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις" (Γαλ. 5, 26). Ἒτσι, καρπός τῆς ζωῆς τοῦ μοναχοῦ θά εἶναι τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: "ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια" (Γαλ. 5,25). Ἀνάμεσα στά χαρίσματα αὐτά ξεχωρίζει ἡ χαρά τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό.

Βέβαια, ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ καί ἡ ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ, ἀλλά ἡ μοναχική ζωή παρουσιάζει μία ἰδιαιτερότητα. Ὁ χριστιανός ἐν τῷ κόσμῳ βιώνει τίς μικρότερες ἢ μεγαλύτερες ἐκεῖνες χαρές καί ἀπολαύσεις, πού συντηροῦν τόν κόπο του καί τόν ἀναπαύουν ἀπό τήν θλίψη τῆς ζωῆς. Ὁ μοναχός ὃμως, μή ἒχοντας ἂλλες χαρές ἐν τῷ κόσμῳ, βρίσκει παράκληση μόνο στήν σχέση μέ τό Χριστό, καί ἡ κοινωνία τοῦ Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν δική του ἐλπίδα καί τήν δική του μοναχική, ἀλλά καί μοναδική χαρά.

Αὐτή ἡ χαρά, πού πηγάζει ἀπό τήν αἲσθηση τῆς Ἀνάστασης ἀπό τά πάθη, ἀλλά καί ἀπό τήν κοινωνία μέ τόν Ἀναστημένο Χριστό, εἶναι καί τό βαθύτερο νόημα τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ὁ μοναχός ζεῖ τήν νέκρωση καί ἀγωνίζεται νά τύχει τήν μακαριότητα τῆς κατά Χριστόν ἀναστάσεως ἀκριβῶς διότι αὐτό εἶναι πού τόν γεμίζει ἐσωτερική πληρότητα. Ἀλλιῶς, δέν ἒχει νόημα οἱαδήποτε ἂσκηση, ἡ ὁποία θά μετέβαλλε ἁπλῶς τήν ζωή σέ μιά γύμναση φιλοσοφικοῦ ἢ ἠθικοῦ περιεχομένου, καί ὂχι σέ μεταμορφωτική πορεία ὑπέρβασης τοῦ ἑτέρου νόμου καί ἀναζήτησης τῆς θέωσης.

Σ' αὐτό τό πνεῦμα κανείς μπορεῖ νά ἐντάξει καί τό τρῖτο τμῆμα τῆς προτροπῆς. Ὃταν ὁ μοναχός βιώνει τόν καρπό τοῦ Πνεύματος δέν θλίβεται ἂν θά πεινάσει, ἂν θά διψάσει, ἂν θά γυμνητεύσει, ἂν θά ὑβρισθεῖ, ἂν θά χλευασθεῖ, ἂν θά ὀνειδισθεῖ, ἂν θά διωχθεῖ, ἂν θά περιπέσει σέ ἂλλες καταστάσεις λυπηρές καί μαρτυρικές, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζουν τήν κατά Θεόν ζωή. Καί δέν θίγεται ἡ πνευματική πορεία τοῦ μοναχοῦ, ἀντιθέτως ἀξιοποιεῖ αὐτά τά ἰδιαιτέρως ὀχληρά γεγονότα γιά νά ἀντλήσει δύναμη ἀπό τή σχέση του μέ τό Χριστό, ἀλλά καί νά συνειδητοποιήσει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ταπεινώσεως, ἀφοῦ κακοπαθεῖ ὡς καλός στρατιώτης Χριστοῦ.

Ὁ μοναχός μιμεῖται, ζῶντας κατ' αὐτόν τόν τρόπο, ἒστω καί κατ' ὀλίγον τόν Χριστό. Ἂν ὁ Χριστός ὑπέφερε ὃλα ταῦτα γιά νά σώσει τόν καθέναν ἀπό μᾶς, τότε πόση χαρά πρέπει κανονικά νά αἰσθάνεται ὁ μοναχός, διότι ἀξιώνεται νά μιμηθεῖ τήν ἀκρότητα τῶν ἐφετῶν, διότι ἀξιώνεται νά ζήσει κατά τι ὃπως Αὐτός τόν ὁποῖο πολύ ἠγάπησεν;

Βέβαια, θεωρητικῶς ὃλα αὐτά ἒχουν ἰσχύ καί ἀξία ὡς πρότυπα τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Ὡστόσο, εἶναι δύσκολο νά συνειδητοποιηθοῦν, ἀκόμη καί ἀπό τόν πλέον δοκιμασμένο καί ἒμπειρο μοναχό, καθώς προϋποθέτουν τήν παραίτηση ἀπό τήν ἒννοια τοῦ θελήματος, τοῦ δικαιώματος, τήν περιχώρηση τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά τοῦ ἀσκητῆ, τόν πνευματικό τρόπο σκέψης, τήν ἂρνηση συγκατανεύσης στόν λογισμό πού κάνει τόν ἀγωνιστή μοναχό νά χαρακτηρίζεται ἀπό οἲηση ἐξαιτίας τοῦ κόπου καί τῆς τιμῆς τῆς ἂσκησης, τήν ἀποφυγή τῆς κενοδοξίας, ἀλλά καί τήν ἂρνηση τῆς θλίψης γιά ὃσες δοκιμασίες τόν περιμένουν.

Ἰσχύει πάλι ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Ἀλλ' αὐτοί ἐν ἑαυτοῖς τό ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἳνα μή πεποιθότες ὦμεν ἐφ' ἑαυτοῖς, ἀλλ' ἐπί τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τούς νεκρούς" (Β'Κορ., 1, 9). Ἡ ζωοποιός νέκρωσις τῆς μοναχικῆς ζωῆς σέ τοῦτο ἀκριβῶς συνίσταται: στήν ἂρνηση τοῦ ἐγωιστικοῦ θελήματος, στήν ἂρνηση τῆς πεποίθησης στόν ἑαυτό μας, καί στήν ἐμπιστοσύνη στόν Θεό πού ἀνιστᾶ τούς νεκρούς.

Λέγοντας ὃτι δέν πιστεύουμε στόν ἑαυτό μας δέν ἐννοοῦμε μία κατάσταση ὑποκριτικῆς μείωσης τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μία κεκαλυμμένη μορφή ἐγωισμοῦ, οὒτε ἂρνηση τῶν χαρισμάτων πού μᾶς ἒδωσε ὁ Θεός. Ἐννοῦμε τήν ἀναφορά τοῦ ἑαυτοῦ μας στόν Θεό διά τῆς ὑπακοῆς στόν πνευματικό πατέρα καί γέροντα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τόν πνευματικό καθοδηγητή καί ἐκφραστή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, τήν ἀναφορά τῶν χαρισμάτων ἐν ἀγάπῃ πρός τήν μοναστική ἀδελφότητα, ἀλλά καί ταυτόχρονα τήν ἐν ταπεινώσει ἀντιπαραβολή τῶν δικῶν μας προσπαθειῶν μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρός τήν ὁποίαν οὒτε κατ' ἐλάχιστον μποροῦμε νά συγκριθοῦμε.

Αὐτό τό πνεῦμα ἂλλωστε ἐκφράζεται καί μέσα ἀπό τήν εὐχή τοῦ χερουβικοῦ στήν Θεία Λειτουργία: "Οὐδείς ἂξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καί ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι βασιλεῦ τῆς δόξης... ἀλλ' ὃμως διά τήν ἂφατον καί ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν... ἐπίβλεψον ἐπ' ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν καί ἀχρεῖον δοῦλον σου... ἀξίωσον προσενεχθῆναι ὑπ' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί ἀναξίου δούλου σου τά δῶρα ταῦτα..."

Αὐτό βιώνει καί ὁ μοναχός. Χωρίς νά παύει νά εἶναι πρόσωπο, μέ τίς ἰδιαιτερότητες καί τά χαρίσματά του, ἑκουσίως ἀναφέρει τήν ζωή του στήν σχέση μέ τό Θεό καί νεκρώνει κάθε τι ἐπί τῆς γῆς, γιά νά μπορέσει νά προσεγγίσει τόν οὐρανό, ἒχοντας ἐπίγνωση ὃτι χωρίς τήν χάρη τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ τίποτε τελικά νά κατορθώσει!

Γ. Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τελικά, ἡ κοινωνία μέ τό Χριστό δέν ἀποτελεῖ τίποτε ἂλλο παρά τήν ζωοποιό νέκρωση, ἀλλά καί ἀνάσταση τῆς πεπτωκυίας φύσεως, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει αύτή ἡ κοινωνία. Ἡ πεποίθηση τοῦ μοναχοῦ ἒγκειται στόν Θεό, Αὐτόν πού ἐγείρει τούς νεκρούς, Αὐτόν πού ἐγείρει καί τήν πεπτωκυία φύση τοῦ μοναχοῦ. Καί ἡ μοναχική ζωή δέν εἶναι τίποτε ἂλλο παρά μία προτύπωση τῆς ὂντως Ἀναστάσεως.

Ὁ Χριστός λέει σχετικά μέ τήν Ἀνάσταση στούς Σαδδουκαίους: "Ἐν γάρ τῇ ἀναστάσει οὒτε γαμοῦσιν οὒτε ἐκγαμίζονται, ἂλλ' ὡς ἂγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι" (Ματθ. 22, 30) κοινωνώντας μέ τό Θεό. Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ μοναχός προγεύεται αὐτή τήν Ἀνάσταση καθώς δέν παραδίδει τό σῶμα του στήν ἐφήμερη καί φθαρτή ἡδονή τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά προσπαθεῖ νά προγευτεῖ τήν κοινωνία Θεοῦ καί Ἀνθρώπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε παύει τό ἀνθρώπινο σῶμα νά ὑφίσταται τίς δεμσεύσεις τῆς φύσης, ἀλλά καί ταυτόχρονα δέν παύει νά εἶναι ἀνθρώπινο!

Ὁ ἃγιος Γρηγόριος Νύσσης τονίζει ὃτι ἡ ἀνάσταση εἶναι ἀποκατάσταση καί ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀρχαία μακαριότητα. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μεταμορφώνεται "διά τῆς παλλιγενεσίας πρός τό θειότερον", ἀφοῦ πρῶτα διά τοῦ θανάτου ἒχει καθαρισθεῖ ἀπό τά περιττά κι ἂχρηστα στοιχεῖα γιά τήν ἀπόλαυση τῆς μέλλουσας ζωῆς. Αὐτή ἡ μεταστοιχείωση εἶναι ἀνάγκη νά γίνει, ἐπειδή ἡ σημερινή του κατάσταση καί λειτουργικότητα δέ θά χρησιμεύσει "καί ἐν τῷ μετά ταῦτα βίῳ", ἀλλά θά εἶναι ἀνάλογη καί κατάλληλη γιά τήν ἀπόλαυση ἐκείνης τῆς ζωῆς "ἡ τοῦ σώματος ἡμῶν παρασκευή", ὣστε νά εἶναι "ἱκανή πρός τήν μετουσίαν τῶν ἀγαθῶν" (P. G. 46, 529)

Ὁ ἂνθρωπος μέλλει νά γευτεῖ τήν μακαριότητα τῆς αἰωνιότητας. Αὐτή ἡ μακαριότητα εἶναι ἡ θέωση καί ξεκινᾶ ἀπό τήν ζωή αὐτή μέ τήν μετάνοια καί τήν μετάληψη τοῦ Θεωμένου Σώματος καί Αἳματος τοῦ Χριστοῦ. Ἀφορᾶ στόν ὃλον ἂνθρωπο, σῶμα καί ψυχή, καί γίνεται μέ ἓνα τρόπο ἂρρητο καί ἀνέκφραστο.

Ὁ μοναχός προγεύεται μέ τήν ζωή του, ὃταν εἶναι γνήσια καί ἀναλόγως τοῦ πνευματικοῦ του φωτισμοῦ, αὐτή τήν κατάσταση. Ὁ μοναχός, πρίν ὁ Κύριος καταργήσει καί τήν κοιλία καί τά βρώματα (Α'Κορ., 6, 13), περιορίζει, ἐλαττώνει, ἐκμηδενίζει τήν τροφή, ἀκριβῶς γιά νά ζήσει τήν Ἀνάσταση ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ μοναχός, πρίν ὁ Κύριος νά καταργήσει τήν σαρκική ἡδονή, ἀγωνίζεται καί τήν καταργεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προγευόμενος τήν Ἀνάσταση ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ μοναχός, πρίν ὁ Κύριος καταργήσει τό μῖσος καί τήν ἐμπάθεια, ἀγωνίζεται καί τά καταργεῖ μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά νά ζήσει τήν Ἀνάσταση ἐν τῷ κόσμῳ. Ὁ μοναχός, πρίν ἡ ζωή μας νά μετατραπεῖ σέ μιά διαρκῆ κοινωνία μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀγωνίζεται νά ἐπικαλεῖται τό ὂνομα τοῦ Ἰησοῦ, γιά νά προγευτεῖ αὐτή τήν Ἀναστάσιμη Κοινωνία ἐν τῷ κόσμῳ.

Ταυτόχρονα, ὁ μοναχός πενθεῖ ὡς ὁ πρῶτος Ἀδάμ γιά τήν ἒξωση ἐκ τοῦ Παραδείσου. Ἐργάζεται ταῖς ἰδίαις χερσίν, διακονώντας τήν ἀδελφότητα, μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, γιά νά δείξει τήν ὑπακοή του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὡς μεταπτωτικός ἂνθρωπος. Δέν περιφρονεῖ τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού ὁ Θεός ἐφοδίασε τούς πρωτοπλάστους μέ τήν ἒξοδο ἀπό τόν Παράδεισο, χρησιμοποιώντας ὁποιοδήποτε μέσο ἡ πρόοδος τοῦ παρέχει, ἀλλά καί ἀνάγοντας τά πάντα στήν κοινωνία μέ τό Θεό. Χτυπᾶ τό τάλαντο ὃπως ὁ Νῶε, ὑπενθυμίζοντας στόν ἑαυτό του καί στούς ἀδελφούς του τήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ γιά τήν εἲσοδο στόν νέο Παράδεισο πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, καί γιά τόν ἲδιο ἡ Μονή.

Ὁ μοναχός ἀγωνίζεται, παραμένοντας στήν Μονή τῆς μετανοίας του, νά κάνει ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, παραδίδοντας σ' Αὐτόν τήν ἰδία ἐλευθερία, γιά νά μήν βρεθεῖ πάλι στή θέση τοῦ πρώτου Ἀδάμ καί χάσει τήν κοινωνία μέ τό Θεό. Ψάλλει καί αἰνεῖ τόν Θεό ἑπτάκις τῆς ἡμέρας καί περισσότερο, μιμούμενος τούς Ἀγγέλους πού δοξολογοῦν τόν Θεό. Δέν τοῦ ἀνήκει τίποτε, ἀλλά ἐργάζεται καί φυλάσσει τήν Μονή, μέ τό νά προστατεύει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν λογισμῶν καί τοῦ διαβόλου. Κοινωνεῖ μέ ὃλη τήν κτίση κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί ὃπως φανερώνουν τά συναξάρια τῶν γερόντων, καθ' ὃλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς του, μή κάμοντας κακό σέ κανένα ζῶο καί προστατεύοντας τή φύση.

Ὁ μοναχός ἀγωνίζεται νά διασώσει τό ἀρχαῖον κάλλος τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ὁ ἂνθρωπος, ὑπομένοντας τίς δυσκολίες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς στήν Μονή, ἀλλά καί ταυτόχρονας μακροθυμώντας καί ἀγαπώντας τόν οἱονδήποτε πταίσαντα. Ἒτσι, δέν βλέπει τόν συμμοναστή του, ἀλλά καί τόν κόσμο ἀνταγωνιστικά, ἀλλά ὡς ἀφορμή ἀσκήσεως καί κοινωνίας ἀγάπης. Ἡ φύση τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἱεραποστολική. Ἀκολουθεῖ τά λόγια τοῦ Κυρίου "Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἒθνη" (Ματθ, 28, 19), μόνο πού τά ἒθνη γι' αὐτόν εἶναι κάθε στιγμή ἀνθρώπινης ἀδυναμίας πού ὁ ἲδιος καί ὁ ἀδελφός του δείχνουν, καί τό βάπτισμα εἶναι τό διαρκές βάπτισμα τῆς μετανοίας, ἀλλά καί ὁ λόγος πού ὠφελεῖ τόν ἀδελφό καί δέν ἐξουθενώνει.

Βιώνοντας ὁ μοναχός τήν ὑπακοή, τήν ἀκτημοσύνη, τήν παρθενία στην μοναχική ζωή κάνει πράξη μιά ἂλλη εὐχή τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος: "Διά τοῦτο ἀπέστω ἀπό σοῦ ἀνηκοϊα, ἀντιλογία, ὑπερηφανία, ἒρις, ζῆλος, φθόνος, θυμός, κραυγή, βλασφημία, λαθροφαγία, παρρησία, μερική φιλία, περπερία, φιλονεικία, γογγυσμός, ψιθυρισμός, ἐπίκτησις ἰδιάζουσα οἰκτροῦ πράγματος, καί τά ἂλλα πάντα τῆς κακίας εἲδη, δι' ἃ ἒρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς τά τοιαῦτα πράσσοντας, καί ῥιζοῦν ἂρχεται ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ψυχῶν φθορεύς. Μᾶλλον δέ, ἀντ' αὐτῶν, κτῆσαι τά πρέποντα Ἁγίοις· φιλαδελφίαν, ἠσυχίαν, ἐπιείκειαν, εὐλάβειαν, μελέτην τῶν θείων λογίων, ἀνάγνωσιν, τήρησιν καρδίας ἐκ ρυπαρῶν λογισμῶν, ἐργασίαν τήν κατά δύναμιν, ἐγκράτειαν, ὑπομονήν μέχρι θανάτου, ἐφ' ᾦ Πατρί τάς συνθῆκας σου ἒδωκας πρῶτον· καί τελευταῖον ἐξαγγελίαν τῶν τῆς καρδίας σου κρυπτῶν..."

Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό αὐτές τίς ἁμαρτίες δέν εἶναι κατάσταση ἠθικολογική. Ὁ μοναχός δέν ἀγωνίζεται νά ἀποκτήσει ἠθική. Ἡ προσπάθειά του εἶναι καθαρά ὀντολογική. Ἀγαπᾶ τό Θεό καί γι' αὐτό χωρίζεται ἀπό καθετί τό ὁποῖο τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπό καθετί τό ὁποῖο φυγαδεύει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν μοναχική καρδιά. Αὐτό σημαίνει ὃτι ἡ ζωή του εἶναι μία διαρκής κίνηση μετοχῆς καί κοινωνίας στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί χωρίς τήν μετοχή αὐτή δέν ἒχει ἡ ζωή του νόημα. Ὁ μοναχός δέν ἐγκαταλείπει τόν κόσμο γιά νά σώσει τήν ψυχή του ἢ γιατί δέν ἀντέχει τίς εὐθῦνες τοῦ βίου ἢ γιατί δέν μπορεῖ νά συμβιβαστεῖ μέ τήν κακία τοῦ κόσμου. Ἂν αὐτοί ἦταν οἱ λόγοι τῆς μοναχικῆς πορείας, τότε θά εἲχαμε ἓνα μεγάλο κενό κάποια στιγμή στήν ζωή τοῦ μοναχοῦ.

Ὁ μοναχός ἐγκαταλείπει τόν κόσμο ἀπό ἓναν βαθύτατο μυστικό πόθο νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό, ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς κοσμικές μέριμνες καί φροντίδες, ὂχι γιά νά σώσει τήν ψυχή του, ἀλλά γιά νά τήν ἀπωλέσει βυθισμένος στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα στήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του καί ὃλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός πού χάνει τήν ψυχή του ἒτσι, τήν κερδίζει, ὃπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Κύριός μας, κι αὐτό ἀκούει ὁ νεοκαρείς μοναχός στό Εὐαγγέλιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Σχήματος: "ὁ ἀπολέσας τήν ψυχήν αὐτοῦ ἓνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν" (Ματθ., 10, 42)

Αὐτός εἶναι καί ὁ οὐσιαστικός λόγος τῆς μοναχικῆς κλήσεως, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ πλέον τή ζωή τοῦ μοναχοῦ πορεία ὀντολογικῆς κοινωνίας μέ τό Θεό. Ἀλλιῶς, ὁ μοναχός ἐγκαταλείπει τόν ἑαυτό του καί ριζώνει μέσα του ὁ τῶν ψυχῶν φθορεύς, ὁ διάβολος. Καί χρειάζεται διαρκῆ προσπάθεια καί συνεχῆ νήψη, ὣστε οὒτε στιγμή οὐσιαστικά ὁ μοναχός νά μήν ἐγκαταλείπει τόν ἑαυτό του σέ ὁποιαδήποτε κακία, πού ἀποτελεῖ ἀλλοίωση τοῦ σκοποῦ τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Γιά νά πραγματωθεῖ αὐτή ἡ ὀντολογική κοινωνία μέ τό Θεό ὁ μοναχός ὀφείλει νά εἶναι φιλάδελφος, νά ἀγαπᾶ ἀνεχόμενος τούς ἂλλους. Νά ποθεῖ τήν ἠσυχία καί ὂχι τήν μέριμνα, νά φροντίζει δηλαδή νά ἠρεμεῖ καί νά μήν γεμίζει συνεχῶς τή ζωή του μέ φροντίδες, οἱ ὁποῖες συνήθως ξεκινοῦν ἀπό ἓνα καλῶς νοούμενο πνεῦμα διακονίας καί ἀγάπης, ἀλλά ἀπό τήν ἂλλη πλευρά δέν ἀφήνουν περιθώρια ἐσωτερικῆς καί μυστικῆς ζωῆς.

Ὁ μοναχός, ἀκόμη, ὀφείλει νά εἶναι ἐπιεικής, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου "τό ἐπιεικές ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις" (Φιλιπ., 4,5), ἰδίως σ'αὐτούς πού εἶναι ἀδύναμοι, καί νά μήν ἐξουθενώνει τούς ἂλλους. Νά εἶναι εὐλαβής, ὂχι ἁπλῶς ἐξωτερικά, ἀλλά ἐν τῇ καρδίᾳ του, ζῶντας εὐσχημόνως καί κατά τάξιν. Νά μελετᾶ τά θεῖα λόγια, ἀκολουθώντας τό ψαλμικόν "εἰ μή ὃτι ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστι, τότε ἂν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου" (Ψαλμ. 118, 92). Ἡ μελέτη αὐτή δέν πρέπει νά εἶναι διανοητική ἐπεξεργασία τῶν θείων Γραφῶν, ἀλλά ἀφετηρία γιά βίωση στήν καρδιά τῶν βαθυτέρων νοημάτων τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ. Γι'αὐτό ἀκριβῶς ὁ μοναχός ἀναγινώσκει καί "γινώσκει ἃ ἀναγινώσκει" (Πράξ. 8, 30) διότι ἐπιζητεῖ τόν φωτισμό τοῦ Πνεύματος καί ὂχι τήν ἀξιοποίηση καί καύχηση γιά τίς δικές του ἱκανότητες.

Ὁ μοναχός, στήν προσπάθειά του γιά ὀντολογική κοινωνία μέ τό Θεό, ἀγωνίζεται νά τηρήσει τήν καρδία του ἀπό τούς ρυπαρούς λογισμούς. Αὐτό σημαίνει ὃτι δέν ἐπιτρέπει στόν διάβολο νά μολύνει τόν ἐσωτερικό του ὀφθαλμό, οὒτε διαλέγεται μέ τόν μισόκαλο ἐχθρό, περιφρονεῖ τίς ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων μέ τήν προσευχή, καί βρίσκεται σέ μιά διαρκῆ ἐγρήγορση μέ τήν ἀγρυπνία καί τήν ἂσκηση, ὣστε νά μήν ἐπιτρέψει στόν ἐχθρό οὒτε τόν ἐσωτερικό του κόσμο νά θίξει, οὒτε τή σχέση του μέ τούς ἀδελφούς νά διαταράξει.

Ταυτόχρονα, ὁ μοναχός ἐργάζεται κατά δύναμιν. Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ τρόπο ὀντολογικῆς κοινωνίας μέ τό Θεό, καθώς ὁ κόπος προφυλάσσει τόν μοναχό ἀπό τίς σαρκικές ἐπιθυμίες, τόν ταπεινώνει διότι μαραίνει τίς σωματικές δυνάμεις, ἀλλά καί τόν βοηθᾶ νά καταλάβει ὃτι χωρίς τόν ἀγῶνα κανείς δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὃλα αὐτά συνδυαζόμενα μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ὑπομονή μέχρι θανάτου, καθιστοῦν τόν μοναχό πιστό μαθητή τοῦ Κυρίου καί τοῦ ὀφείλεται πλέον ὁ στέφανος τῆς ζωῆς. Ἡ ὑπομονή εἶναι σπουδαία ἀρετή, διότι ἀποτελεῖ κατεξοχῆν μίμηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά καί ταυτόχρονα ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης πού πλημμυρίζει τήν καρδιά τοῦ μοναχοῦ. Ἀγαπῶ τόν ἂλλο, σημαίνει ὃτι μπορῶ νά ἀνέχομαι ὁποιεσδήποτε δυσκολίες πού ἡ σχέση μαζί του δημιουργεῖ, καί ταυτόχρονα ὑπομένω τίς δυσκολίες αὐτές, ὃσο καί ἂν ἀπαιτοῦν κόπο. Ταυτόχρονα, ὑπομένω τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις τῆς ζωῆς, ἀκριβῶς διότι ἰσχύει τό ψαλμικό "ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον καί προσέσχε μοι", ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό πηγάζει καί ἡ ὑπομονή.

Τελευταῖο καί δυσκολότερο σημεῖο τῆς μοναχικῆς προσπάθειας εἶναι ἡ ἐξαγόρευση τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας. Αὐτό ἀποδεικνύει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἀλλά καί ταυτόχρονα τή διαρκῆ βίωση τῆς ταπείνωσης, καί τήν μετάνοια γιά ὃλα ὃσα σκεπτόμαστε καί βιώνουμε. Καί ὁ μοναχός εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος κατεξοχῆν βιώνει αὐτές τίς πνευματικές καταστάσεις διότι καί ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀλλά καί ζεῖ ἐν ταπεινώσει μέ τούς ἀδελφούς του.

Χαρακτηριστική εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος στό κεφάλαιο περί ὑπακοῆς γιά τόν πρώην ληστή, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νά γίνει μοναχός καί ἐξαγορεύεται δημοσίως τίς ἁμαρτίες του, ἐνώπιον ὃλης τῆς ἀδελφότητος γιά νά μπορέσει νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτές, ἀλλά καί νά βοηθήσει τούς ἂλλους νά σωθοῦν. Στήν ἐρώτηση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου γιά τήν ἐξαγόρευση τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας δημοσίως ὁ ἡγούμενος τοῦ ἀπαντᾶ: "Τό ἒκαμα αὐτό γιά δύο λόγους. Πρῶτον, χάριν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὣστε μέ τήν ἐντροπή τῆς παρούσης ἐξομολογήσεως νά τόν ἀπαλλάξω ἀπό τήν μέλλουσα έντροπή. Διότι δέν ἐσηκώθηκε ἀπό τό ἒδαφος, μέχρις ὃτου ἐπέτυχε τήν ἂφεση ὃλων τῶν ἁμαρτιῶν του....Δεύτερον, τό ἒκαμα αὐτό, ἐπειδή ἒχω μερκούς ἀδελφούς μέ ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες. Καί μέ τό παράδειγμα αὐτό τούς παρακινῶ καί ἐκείνους στήν ἐξομολόγηση, χωρίς τήν ὁποία κανείς δέν θά ἐπιτύχει τήν ἂφεση τῶν ἁμαρτιῶν του" (Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, Λόγος Δ' - Περί Ὑπακοῆς)

Ἡ ἐξαγόρευση τῶν κρυπτῶν, εἲτε στόν ἡγούμενο καί γέροντα, εἲτε δημοσίως, ἀποτυπώνει τό γεγονός ὃτι δέν εἶναι δυνατή ἡ τελειότητα χωρίς τήν μετάνοια. Καί ὂχι μόνο αὐτό. Ἀπώτερος σκοπός τῆς πνευματικῆς προσπάθειας ἡ ὠφέλεια τῶν ἀδελφῶν. Ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι ἀτομικός στόχος, οὒτε τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας νοοῦνται ὡς ἀτομικός διακανονισμός τῆς σχέσης μέ τό Θεό, οὒτε ἡ μετοχή σ' αὐτά ἀποτελεῖ ἐπιβράβευση τῆς ἀτομικῆς ἀρετῆς. Εἶναι ἡ ἀναγνώριση ὃτι ἡ μοναχική ἀδελφότητα πορεύεται ἑνωμένη καί ἡ σύναξη ὃλων λειτουργεῖ ὡς ὁ τόπος τῆς καθάρσεως, ἀλλά καί τῆς μετοχῆς στόν Θεό.

Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὃτι ἀπορρίπτεται ἡ προσωπική προσπάθεια. Τό ἀντίθετο. Ἐντάσσεται ὃμως στό ἐκκλησιαστικό γεγονός, κατά τόν Παύλειο λόγο καί πάλι: "Τίς ἀσθενεῖ καί οὐχ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται καί οὐ πυροῦμαι;" (Β'Κορ., 11,29). Ἒτσι καί ὃλη ἡ προσπάθεια τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἀποσκοπεῖ καί στήν προσωπική μετοχή στή θεία δόξα, ἀλλά καί στήν συμμοναστική ἑνότητα, ὃπως ἐπίσης καί στό καθολικό γεγονός τῆς μετοχῆς ὃλου τοῦ κόσμου στην καινή κτίση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γι' αὐτό καί ἡ προσευχή τοῦ μοναχοῦ εἶναι γιά ὃλο τόν κόσμο καί δέν περικλείεται μόνο στά στενά πλαίσια τῆς μονῆς ἢ τῆς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας ἢ περισσότερο, στά ὃρια τῆς προσωπικῆς σωτηρίας. Ἡ καρδιά τοῦ μοναχοῦ κτυπᾶ γιά ὃλο τόν κόσμο καί ἀγωνίζεται γιά ὃλους νά σωθοῦν. Γι' αὐτό καί οἱ πατέρες των Μονῶν πού εἶχαν προχωρήσει στήν πνευματική ζωή, προσεύχονταν ἀκόμη καί γιά τόν διάβολο. Εἶναι μιά ἀκραία ἒκφραση ἀγάπης, ἀλλά καί δήλωση αὐτῆς καθολικῆς ἀντίληψης τοῦ κόσμου, πού ἡ ὀρθόδοξη μοναχική παράδοση φέρει ὡς πρόταση ζωῆςστό σύγχρονο κόσμο.

Ἑπομένως, ἡ τέλεια μοναχική ζωή δέν εἶναι τίποτε ἂλλο παρά βίωση τῆς Ἀνάστασης, ὂχι σέ προσωπικό ἐπίπεδο μόνο, ἀλλά σέ ἐκκλησιαστικό, καθώς ἡ Μονή δέν εἶναι τίποτε ἂλλο γιά τόν μοναχό παρά ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ὃτι ἡ ἂσκηση, ἡ νέκρωση καί ἡ κάθαρση δέν ἀποτελοῦν μέρος ἑνός κοσμικοῦ - ἰδεολογικοῦ συστήματος, τό ὁποῖο ἀποσκοπεῖ νά μᾶς ἀπελευθερώσει ἠθικά καί νά μᾶς ὁδηγήσει στό νά καταξιωθοῦμε ὡς ὑγιῆ πνευματικά κύτταρα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Εἶναι τρόποι, τούς ὁποίους ἂν ἀκολουθήσουμε καί μέ τήν βοήθεια τῶν ὁποίων ἂν ἐνταχθοῦμε στήν χάρη τῶν μυστηρίων, ἀλλά καί τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μᾶς δίνουν τή δυνατότητα νά σωθοῦμε προσωπικά! Καί ὂχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἡ ἀρετή μας, ἐφόσον διακρίνεται ἀπό ταπείνωση, γίνεται κτῆμα τελικά ὃλων, διά τῆς προσευχῆς καί τῆς ἀγάπης.

Στήν ὀρθόδοξη μοναχική παράδοση οὐδέποτε ἡ ἂσκηση καί ἡ ἀρετή ἦταν ἀτομικά κατορθώματα, τά ὁποῖα γίνονταν πρός δόξαν τοῦ ἀγωνιζομένου. Εἶχαν πάντοτε ἐκκλησιαστικό χαρακτῆρα καί ἀντανακλοῦσαν τήν πνευματική πρόοδο ὃλης τῆς ἀδελφότητας. Γι'αὐτό ἀκριβῶς καί ἡ ἐξομολόγηση στίς αὐστηρές μοναχικές κοινότητες γίνονταν ἐνώπιον τῆς σύναξης τῶν μοναχῶν καί ὃλοι ἀγωνίζονταν πνευματικά ὣστε νά ὑπάρχει πρόοδος, μέσα ἀπό τήν ἀνεκτικότητα στούς ἁμαρτάνοντας (ὂχι ὃμως καί ἀμνήστευση τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά μετάνοια).

Δ. Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Ὃλη αὐτή ἡ προσπάθεια τοῦ μοναχοῦ νά βιώσει τήν κατά Χριστόν νέκρωση καί νά γευθεῖ τήν κατάσταση τῆς Ἀναστάσεως, δέν νοεῖται ὡς προσωπικό, ἀλλά τελικά οὒτε καί ὡς ἐκκλησιαστικό μόνο κατόρθωμα. Εἶναι δωρεά τοῦ Χριστοῦ στήν μοναχική ζωή. Ὁ Χριστός "ἀοράτως πάρεστι" τήν ὣρα τῆς ὁμολογίας τοῦ μοναχοῦ ὃτι θέλει νά ζήσει αὐτή τή ζωή. Καί τά πνευματικά ὃπλα πού κρύβονται πίσω ἀπό τήν στολή καί τό μοναχικό σχῆμα εἶναι καρπός τῆς Θείας Ἐπελεύσεως στόν μοναχό.

"Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ πιστός ἐν ταῖς παραγγελίαις σου καί ἀμεταμέλητος ἐν τοῖς χαρίσμασί σου, καί ἂφατος ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ σου· ὁ καλέσας τό πλάσμα σου κλήσει ἁγίᾳ, καί ἀγαγών τόν δοῦλον σου εἰς τήν πνευματικήν σου ζωήν· δός αὐτῷ βίον εὐσχήμονα, πολιτείαν ἐνάρετον, καί ἀκατάγνωστον, ἳνα, ἐν ἁγιασμῷ πολιτευσάμενος, ἂσπιλον διατηρήσῃ, ὃπερ τῇ δυνάμει σου ἐνεδύσατο Σχῆμα, τῷ μέν χιτῶνι τήν δικαιοσύνην ἀμπεχόμενος, τῇ δέ ζώνῃ τήν νέκρωσιν τοῦ σώματος, καί τήν σωφροσύνην ἐν ἑαυτῷ περιφέρων· τῷ δέ κουκουλίῳ τήν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου θέμενος· τῷ δέ ἀναλάβῳ, τῷ Σταυρῷ καί τῇ πίστει κατακοσμούμενος· τῷ δέ περιβολαίῳ, στολήν ἀφθαρσίας θωρακιζόμενος· τοῖς δέ σανδαλίοις, ἳνα ἐπιβῇ τῇ ὁδῷ τῆς εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας, ὃπως γένηται φοβερός τοῖς ὑπεναντίοις, ἀνάλωτος τοῖς πολεμίοις, πάσης ἡδονῆς καί αἰσχίστης ἐπιθυμίας ἀλλότριος· ὑπακοήν παιδευόμενος, ἐγκράτειαν μετερχόμενος, τῷ τῆς ἀσκήσεως στοιχῶν κανόνι, ἳνα ἐν ψαλμοῖς, καί ὓμνοις, καί ὠδαῖς πνευματικαῖς γεραίρῃ τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὂνομά Σου".

Εἶναι δεδομένο ὃτι χωρίς τόν Χριστό δέν μποροῦμε νά πετύχουμε τίποτε. Αὐτό σημαίνει ὃτι ὁ μοναχός ἀναφέρει τήν ζωή του καί τήν διακονία του, τήν ἀφιέρωση καί τήν ἂσκηση, τόν πόνο καί τήν νέκρωση, ἀλλά καί τήν Ἀνάστασή του στόν Χριστό. Αὐτό εἶναι τελικά καί τό βαθύτερο νόημα τῆς μυστικῆς κοινωνίας μέ τόν Χριστό, ἡ ὁλοκληρωτική ἀναφορά καί ἀφιέρωση στό πρόσωπο πού ἀγαπᾶ καί τόν ἀγαπᾶ.

Καί κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἐπέρχεται ἡ Ἀνάσταση. Γιατί ἡ μοναχική ζωή εἶναι ἡ ζωή τῆς ὂντως Ἀναστάσεως. Ὁ μοναχός θά παραιτηθεῖ ἀπό τόν κόσμο, ἀπό τήν ζωή, ἀπό τούς οἰκείους του, ἀπό τόν ἑαυτό του, ἀπό τό θέλημά του, ἀπό τούς λογισμούς του, ἀπό τίς ἁμαρτίες του, ἀπό τά πάντα, γιά νά ζήσει τόν Ἀναστημένο Χριστό, ὃπου τά πάντα θά εἶναι ὁ Κύριος, τό σῶμα του καί ἡ ψυχή του θά εἶναι ἓνα μέ τόν Κύριο καί μέσα στήν καρδιά του θά κατοικεῖ ὁ Χριστός.

Αὐτή ἡ ἀφιέρωση εἶναι ἀπό μόνη της ἓνα μυστήριο, ἐξίσου σπουδαῖο καί μεγάλο, ὃπως καί τά ἂλλα. Εἶναι ἓνα μυστήριο προσωπικό, μυστήριο κοινωνικό και κοινοτικό, μυστήριο ἐκκλησιαστικό. Μά περισσότερο απ' ὃλα εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρική ἀγκαλιά τοῦ κάθε ἀσώτου παιδιοῦ, τό ὁποῖο ξαναβρίσκει στήν πατρική οἰκία τήν Ἀνασταση, τό πανηγύρι, ἀλλά καί τή σωτηρία. Εἶναι ἡ πραγματική βίωση τοῦ τροπαρίου τοῦ ἀσπασμοῦ, πού ψάλλεται κατά τήν ἀπόλυση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ σχήματος:

"Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοί τοῦ μυστηρίου τήν δύναμιν· τόν γάρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας πρός τήν πατρικήν ἑστίαν ἀναδραμόντα Ἂσωτον Υἱόν, ὁ πανάγαθος Πατήρ προὑπαντήσας ἀσπάζεται· καί πάλιν τῆς ἰδίας δόξης χαρίζεται τά γνωρίσματα, καί μυστικήν τοῖς ἂνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τόν μόσχον τόν σιτευτόν· ἳνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τοῦτε θύσαντος φιλανθρώπου Πατρός, καί τοῦ ἐνδόξου θύματος, τοῦ Σωτῆρος τῶν ψυχῶν ἡμῶν".


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ