Νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς


Μία τῶν νηστειῶν τῆς 'Ορθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Καὶ ὁ μὲν ὅρος «Τεσσαρακοστή»(64) δείχνει τὴν διάρκεια αὐτῆς, ὁ δὲ ὅρος «μεγάλη» εἶναι προσδιοριστικός τῆς σημασίας της σὲ σχέση πρὸς τὶς ἄλλες νηστεῖες. Ἄρα, αὐτὴ ἡ νηστεία δείχνει καὶ διάρκεια καὶ ὑπεροχή. Ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης εἶναι σαφής: «Καὶ διὰ τοῦτο μᾶλλον μεγάλη λέγεται, ὅτι καὶ ἕτεραὶ εἰσιν• αὕτη δὲ τούτων ὑπερέχει»(65). Παραδίδεται, βεβαίως, ὅτι στὴν Ἀλεξάνδρεια κατὰ τὸν 4ον αἰῶνα δὲν εἶχε ἐπιβληθῆ νηστεία τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἀλλ' ὑπῆρχε συνήθεια νηστείας ἕξ ἡμερῶν καὶ «αἰφνιδίως ἀνέκυψεν ἡ Τεσσαρακοστή»(66)• καί, βεβαίως, «μέχρι τῆς τελικῆς ἐπιβολῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν 40 ἡμερῶν ἐμεσολάβησαν ἐνδιάμεσα στάδια νηστείας δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων»(67).



Προπομπὸς τῆς νηστείας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ Τυροφάγος ἐβδομάδα, ἡ λεγομένη «λευκή», κατὰ τὴν ὁποία καταλύονται τυρὸς καὶ αὐγὰ καὶ ἡ ὁποία ἀρχίζει τὴν Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τελειώνει τὴν Κυριακή τῆς Τυρινῆς ἢ Τυροφάγου. Αὐτὴ ἡ ἑβδομάδα, μὲ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κρέας, ἔχει τὴν σημασία της καὶ τὴν ἀξία της, καθότι συμβάλλει στὴν προκάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ εἰσέλθη στὴν νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. « Ἐπεὶ καὶ ἡ Τυροφάγος ἑβδομὰς διὰ τοῦτο νενομοθέτηται εἰς προκάθαρσιν ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν ἁγίαν νηστείαν ἑτοιμασίαν, ἵνα προκαθαρθέντες τὴ νηστεία προσέλθωμεν, καὶ ἀπὸ βρωμάτων λιπαινόντων καὶ σαρκωδῶν πρὸς ὀλίγον έγκρατευσάμενοι, τῆς νηστείας ἁψώμεθα, καθαροί τῆς καθαρωτάτης, καὶ ἅγιοι τῆς ἁγνῆς»(68), λέγει ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης.

Ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ἀποδίδει ἔντονα τὴν νηστεία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε, κατὰ ἕνα τρόπο, ἠθικὸ νόμο γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ὁρίζουν ὅτι πρέπει νὰ «φυλάττεται» αὐτὴ ἡ νηστεία, καθότι «περιέχει» «μνήμην... τῆς τοῦ Κυρίου πολιτείας τε καὶ νομοθεσίας»(69). Καθιερώθη, συνεπῶς, αὐτὴ ἡ νηστεία σὲ ἀνάμνηση τῆς ἀναλόγων ἡμερῶν νηστείας τόσον τῶν Προφητῶν Μωυσέως καὶ Ἠλιοῦ(70)
ὅσον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ παραδίδεται, βεβαίως, καὶ διὰ τοῦ ΞΘ' κανόνος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων(71).

Καὶ ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης ὁμιλεῖ περὶ τῆς τεσσαρακονθημέρου νηστείας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὡς τῆς κυρίας νηστείας, ἐφόσον ἀπηχεῖ ἀκριβῶς τὴν ἰσομερῆ νηστεία τοῦ Κυρίου: «Νηστεύομεν τὴν νηστείαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἐνήστευσεν, ἡ ὁποία καὶ ἁγία καὶ μεγάλη ὀνομάζεται, τεσσαρακοστή, διὰ κάθαρσιν ἡμῶν καὶ ἱλασμὸν καὶ ἀπαρχὴν καὶ δεκάτωσιν κατ' ἔτος τῆς ζωῆς ἡμῶν»(72).

Ἡ νηστεία αὐτὴ ἀρχίζει τὴν Δευτέρα τῆς Α' Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, τὴν γνωστὴ ὡς «Καθαρὰ Δευτέρα», καὶ τελειώνει τὴν Παρασκευὴ τοῦ Λαζάρου, δεδομένου ὅτὶ ἀκολουθοῦν δύο ἑορτές: Ἡ ἔγερση τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων• ἐν συνεχείᾳ δὲ ἀκολουθεῖ ἡ νηστεία τοῦ Πάσχα, ἤτοι ἡ νηστεία τῆς Μ. Ἐβδομάδος(73).

Εἶναι φυσικὸ ὅτι ἡ νηστεία εἶναι μία χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ζῆ οἰκειοθελῶς μία διαφορετικὴ κατάσταση κάποιων περιορισμῶν γιὰ ἕνα συγκεκριμένο σκοπό. Καὶ ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ἔχει σκοπὸ νὰ εἰσαγάγη τὸν ἄνθρωπο στὸ πνεῦμα τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου. Ἡ περίοδος τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς εἶναι περίοδος πένθους, ἡ δὲ νηστεία εἶναι μία ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ πένθους καὶ γίνεται μάλιστα πιὸ δυνατή, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κατάνυξη τῆς καρδίας. Βεβαίως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, προσβλέπων στὸν λυτρωτικὸ χαρακτῆρα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου καὶ τὸν Σταυρὸν καί, συνεπῶς, στὴν σκέψη ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι σημεῖα πένθους, τοποθετεῖ τὸ πένθος καὶ τὴν ἐκ τούτου νηστεία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν του: Τὴν ἁγία Τεσσαρακοστὴ νηστεύομεν «οὐ διὰ τὸ πάσχα..., οὐδὲ διὰ τὸν σταυρόν, ἀλλὰ διὰ τὰ ἁμαρτήματα τὰ ἡμέτερα...• ἐπεὶ τό γε πάσχα οὐ νηστείας ἐστὶν οὐδὲ πένθους, ἀλλὰ εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς ὑπόθεσις. Ὁ γὰρ σταυρὸς ἀνεῖλε τὴν ἁμαρτίαν... Eἰ τοίνυν ἀγάπης ὑπόθεσις καὶ καύχημα ὁ σταυρός, μὴ λέγωμεν ὅτι δι’αὐτὸν πενθοΰμεν»(74). Εἶναι, συνεπῶς, βέβαιον ὅτι νηστεύομεν τὴν Τεσσαρακοστή, κατὰ μίμηση τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐνήστευσε στὴν ἔρημο τεσσαράκοντα ἡμέρες καὶ νύκτες (Μάτθ. 4,2). Αὐτὸν τὸν πένθιμο χαρακτῆρα ἀναγνωρίζοντες οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπαγορεύουν διὰ διαφόρων κανόνων κάθε ἐκδήλωση χαρμοσύνου χαρακτῆρος. Ὁ ΝΑ' κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου δὲν ἐπιτρέπει νὰ τελοῦνται γενέθλια Μαρτύρων κατὰ τὸ Σαρανταήμερο, εἰ μὴ μόνον τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακές(75)• καὶ ὁ ΝΒ' τῆς αὐτῆς Συνόδου δὲν ἐπιτρέπει τὴν τέλεση γάμου ἢ γενεθλίων(76).

Κατὰ τὴν νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς γίνεται κατάλυση οἴνου καὶ ἐλαίου μόνον τὰ Σάββατα καὶ τὶς Κυριακές• στὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες ἡ νηστεία συνίσταται σὲ ξηροφαγία, δηλαδή, σὲ φυτικὲς τροφὲς χωρὶς ἔλαιο, ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικῶς ὁ Ν' κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας: «...ἀλλὰ δεῖ πᾶσαν τὴν Τεσσαρακοστὴν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας»(77)• ψάρια δὲ τρώγουν οἱ Χριστιανοὶ μόνον στὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ• καὶ μάλιστα, ἂν τύχη αὐτὴ στὴν Μ. Ἑβδομάδα, τότε καταλύεται μόνον οἶνος καὶ ἔλαιον. Ὁ ἅγιος Νικόδημος σημειώνει ὅτι μ' αὐτὴν τὴν θέση εἶναι σύμφωνα ὅλα τὰ Τυπικά, τόσον τὰ χειρόγραφα ὅσον καὶ τὰ τυπωμένα. Ἐξ αὐτοῦ δὲ συμπεραίνει ὅτι ἡ συνήθεια νὰ τρώγουν ψάρια τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων εἶναι τῶν νεωτεριστών(78)• ἐπ' αὐτοῦ, βεβαίως, γίνεται λόγος κατωτέρω.

Κατάλυση τῆς νηστείας κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστὴ δὲν νοεῖται ἡ διὰ κρέατος• εἶναι δὲ τόσον αὐστηρὸς ὁ κανών, ὥστε καὶ σὲ περιπτώσεις βαρέως ἀσθενούντων ἀνθρώπων νὰ μὴ ἐπιτρέπη τὴν διὰ κρέατος κατάλυση τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἔστω καὶ ἂν εὑρίσκωνται στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου(79).
Οἱ ἀσθενεῖς ἐπιτρέπεται νὰ μὴ νηστεύουν ἄλλωστε, ἡ νηστεία γίνεται γιὰ τὴν ταπείνωση τῆς σαρκός• ὅταν ὅμως ὑπάρχη ἀσθένεια, ἡ ταπείνωση ἤδη προέρχεται ἐξ αὐτῆς(80). Καὶ στὸν Ι’ κανόνα τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὅτι «πρέπει νὰ συγχωρηθῆ ὁ τοιοῦτος νὰ λάβῃ τὸ ἱκανὸν φαγητὸν καὶ ποτόν, μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βαστάσῃ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀσθένειάν του, καθὼς ἤθελε διορισθῇ ἀπό τινα θεοφοβούμενον ἰατρὸν διότι δίκαιον εἶναι νὰ τρώγῃ λάδι ἐκεῖνος ὅπου τελείως ἐξηράνθη ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν»(81).




Σημειώσεις

64. «Ἡ ὀνομασία "Τεσσαρακοστή" κατ' ἀρχὰς ἐσήμαινε τὴν τεσσαρακοστὴν ἡμέραν πρὸ τοῦ Πάσχα, ταχέως δὲ τὸ ὄνομα ἐδόθη εἰς ὅλην τὴν περίοδον τῆς νηστείας πρὸ τοῦ Πάσχα, ὡς θὰ ἴδωμεν δὲ πολλοὶ ἐξελάμβανον καὶ τὴν Μέγ. Ἑβδομάδα συμπεριλαμβανομένην εἰς τὴν Μέγ. Τεσσαρακοστήν, ὁπότε ὁ χρόνος τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἐγίνετο μεγαλύτερος» (Ξενοφῶντος Σπ. Παπαχαραλάμπους, Ἡ ἀληθὴς νηστεία..., σελ. 62).

65. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἀπόκρισις ΝΣΤ’, PG 155,908D.

66. Ξενοφῶντος Σπ. Παπαχαραλάμπους, Ἡ ἀληθὴς νηστεία..., σελ. 62-63.

67. Ἒνθ' ἀν., σελ. 63.

68. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἀπόκρισις ΝΣΤ' PG 155,904D-905A.

69. Ἀποστολικαὶ Διαταγαί, V, 13, 3, SC 329, σελ. 246.

70. Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας γράφει σχετικῶς γιὰ τὸ Πάσχα τῶν Χριστιανῶν: «Καὶ δὴ καὶ ἡμεῖς τὸ κεφάλαιον τῆς ἑορτῆς κύκλων περιόδοις καθ' ἕκαστον ἔτος ἀναζωπυροῦμεν, προεόρτια μὲν προπαρασκευῆς ἕνεκα τὴν τεσσαρακονθήμερον ἄσκησιν παραλαβόντες κατὰ τὸν ἁγίων ζῆλον Μωυσέως καὶ Ἠλιοῦ, τὴν δὲ ἑορτὴν αὐτὴν εἰς ἄληστον αἰῶνα ἀνανεούμενοι» (Εὐσεβίου Καισαρείας, Περὶ τῆς τοῦ Πάσχα ἑορτῆς, 4, PG 24, 697).

71. Βλ. Θ. Βαλσαμῶνος, Ἑρμηνεία τοῦ ΞΘ' κανόνος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων: Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, II, σελ. 88-89. Βλ. ἐπίσης Τοῦ αὐτοῦ, Ἐπιστολὴ περὶ νηστειῶν, IV, Σελ. 572. «Ἡ διάρκεια τῆς πρὸ τοῦ Πάσχα νηστείας, μὴ οὖσα κατ' ἀρχὰς καθωρισμένη, κατὰ τὸν Δ' αἰῶνα ἐπεξετάθη εἰς 40 ἡμέρας, εἰς ἀνάμνησιν τῆς νηστείας τοῦ Μωυσέως, τοῦ Ἠλιοῦ καὶ τοῦ Ἰησοῦ, οἵτινες ἐνήστευσαν 40 ἡμέρας, ὀνομασθεῖσα διὰ τοῦτο Τεσσαρακοστή» (Σπ., Μακρῆ, ἐν ΘΗΕ, τόμ. 9, Ἀθῆναι 1966, στ. 448-450).

72. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἀπόκρισις NB' PG 155, 897Α.

73. Βλ. « Ἐπιτελείσθω δὲ ἡ νηστεία αὕτὴ πρὸ τῆς νηστείας τοῦ Πάσχα, ἀρχομένη μὲν ἀπὸ δευτέρας, πληρουμένη δὲ εἰς παρασκευήν»: Ἀποστολικαὶ Διαταγαί, V 13, 3, SC 329, σελ. 246.

74. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τοὺς τὰ πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας, 4, PG 48, 867-868.

75. Βλ. Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, III, σελ. 218.

76. Βλ. ἔνθ'ἀν., σελ. 219.

77. Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, III, σελ. 217. Βλ. καὶ Ξενοφῶντος Σπ. Παπαχαραλάμπους, Ἡ ἀληθὴς νηστεία..., σελ. 66.

78. Πηδάλιον, σελ. 92.

79. «Κατάλυσιν δὲ ἀκούων, μὴ εἴπης τὴν διὰ κρέατος• δι' ἀσθένειαν γὰρ σωματικὴν οὐ παραχωρηθήσεταί τις, κἄν τὰ λοίσθια πνέη, κρεωφαγῆσαι τὴν μεγάλην Τεσσαρακοστήν»: Θ. Βαλσαμῶνος, Ἑρμηνεία τοῦ ΞΘ' κανόνος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, II, σελ. 88.

80. Βλ. «Ἡ γὰρ νηστεία διὰ ταπείνωσιν ἐπινενόηται τῆς σαρκός• εἰ δ' ἐκ νόσου ἢ ἀσθενείας ἄλλης τινὸς καταπονοῖτο ἡ σάρξ, ἡ ἐκ τῆς νηστείας ταπείνωσις ἐκείνη οὐκ ἀναγκαία»: Ἰ. Ζωναρᾶ, Ἑρμηνεία τοῦ ΞΘ' κανόνος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, ΙΙ, σελ. 88.

81. Πηδάλιον, σελ. 671. Ἐνταῦθα ὑπάρχει συμφωνία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου μὲ τὸν Βαλσαμῶνα, ἔνθα καὶ πάλιν τονίζεται ὅτι ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς εἶναι ξηροφαγία καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τοῦ ἐλαίου: Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας, Ἀπόκρισις Ι’, Γ. Ράλλη-Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα, IV, σελ. 337 καὶ Πηδάλιον, σελ. 93, σημ. 2.

 

Μαρία Σωτηροπούλου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ